καμινάδα
•
- ο κάθετος προς την γη αγωγός για την απομάκρυνση των αερίων προϊόντων της καύσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμινάδα < βενετική caminada < λατινική caminata, θηλυκό του caminatus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος camino < caminus < ελληνιστική κοινή κάμινος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμινάδα | καμινάδες |
| Γενική | καμινάδας | καμινάδων |
| Αιτιατική | καμινάδα | καμινάδες |
| Κλητική | καμινάδα | καμινάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →