Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπνοδόχος

/ka.pnoˈðo.xos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αγωγός απαγωγής των αερίων της καύσης και εισδοχής του (απαραίτητου για την καύση) οξυγόνου Βικιλεξικό
    • Στο κέντρο του μετσοβίτικου σπιτιού δεσπόζει το τζάκι (μπουχαρές), με την μπουχαροποδιά να καλύπτει οριζόντια το μπροστινό καμπύλο τμήμα της καπνοδόχου του (Νάντια Μαχά-Μπιζούμη, Οι πολλαπλές όψεις της υλικότητας των παραδοσιακών υφαντών, σελ. 62 https://eclass.hua.gr/modules/document/file.php/UNI145/%CE%9D%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%91%20%CE%9C%CE%91%CE%A7%CE%91%2C%20%CE%9B%CE%91%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%91%20%CE%A5%CE%A6%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A3.pdf)

Ετυμολογία

καπνοδόχος (αρσενικό) < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁ καπνοδόχος : καπνοδόχος (θηλυκό) < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καπνοδόκη < καπνός (καπνο- + -δόχος ( < δέχομαι )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπνοδόχοςκαπνοδόχοι
Γενικήκαπνοδόχουκαπνοδόχων
Αιτιατικήκαπνοδόχοκαπνοδόχους
Κλητικήκαπνοδόχε / καπνοδόχοκαπνοδόχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →