Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμινέτο

/ka.miˈne.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συσκευήειδική φορητή συσκευή, που με την προσάρτηση φιάλης προπανίου, βουτανίου ή άλλου υλικού στο κάτω μέρος δημιουργεί φλόγα στο πάνω μέρος της συσκευής και χρησιμοποιείται στη μαγειρική Βικιλεξικό
    • Ο Σωτήρης ξύπνησε, έβαλε να ψήσει καφέ στο καμινέτο. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  2. κατ’ επέκτασηανάλογη συσκευή που από ειδικό επιστόμιο βγάζει ρυθμιζόμενη φλόγα για διάφορες χρήσεις και εργασίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμινέτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική caminetto < camino < λατινική caminus < αρχαία ελληνική κάμινος (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμινέτοκαμινέτα
Γενικήκαμινέτουκαμινέτων
Αιτιατικήκαμινέτοκαμινέτα
Κλητικήκαμινέτοκαμινέτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →