Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμινευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την καμίνευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμινευτικός < ελληνιστική κοινή καμινευτικός < αρχαία ελληνική καμινεύω < κάμινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμινευτικόςκαμινευτικήκαμινευτικό
Γενικήκαμινευτικούκαμινευτικήςκαμινευτικού
Αιτιατικήκαμινευτικόκαμινευτικήκαμινευτικό
Κλητικήκαμινευτικέκαμινευτικήκαμινευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμινευτικοίκαμινευτικέςκαμινευτικά
Γενικήκαμινευτικώνκαμινευτικώνκαμινευτικών
Αιτιατικήκαμινευτικούςκαμινευτικέςκαμινευτικά
Κλητικήκαμινευτικοίκαμινευτικέςκαμινευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →