καμίνι
•
- ειδική κατασκευή, μέσα στην οποία αναπτύσσονται μεγάλες θερμοκρασίες, προκειμένου να τηχθούν μέταλλα ή για άλλους λόγους Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπικράτηση μεγάλης ζέστης ή γενικότερα δύσκολων συνθηκών Βικιλεξικό
- καμίνι η χώρα με τον καύσωνα να μην υποχωρεί
Ετυμολογία
καμίνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμίνι(ν) < ελληνιστική κοινή καμίνιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική κάμινος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμίνι | καμίνια |
| Γενική | καμινιού | καμινιών |
| Αιτιατική | καμίνι | καμίνια |
| Κλητική | καμίνι | καμίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →