καμινοβίγλι
•
- είδος φρυκτωρίας κατά τον μεσαίωνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμινοβίγλι < μεσαιωνική ελληνική καμινοβίγλιον < καμίνι(ν) (< αρχαία ελληνική κάμινος) + βίγλα (< λατινική vigilare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος vigilo < vigil < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *weǵ-: είμαι δυνατός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμινοβίγλι | καμινοβίγλια |
| Γενική | καμινοβιγλιού | καμινοβιγλιών |
| Αιτιατική | καμινοβίγλι | καμινοβίγλια |
| Κλητική | καμινοβίγλι | καμινοβίγλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →