καμπυλογράφος
•
- όργανο που το χρησιμοποιούμε για να σχεδιάσουμε διάφορες καμπύλες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπυλογράφος < καμπύλη + -ο- + -γράφος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική curvigraphe)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπυλογράφος | καμπυλογράφοι |
| Γενική | καμπυλογράφου | καμπυλογράφων |
| Αιτιατική | καμπυλογράφο | καμπυλογράφους |
| Κλητική | καμπυλογράφε | καμπυλογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →