Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χημείαη λευκή (ημι)διαφανής κρυσταλλική ουσία (C₁₀H₁₆O), με κηρώδη υφή και έντονη οσμή. Χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο για πολλούς λόγους ήδη από την αρχαιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμφορά < μεσαιωνική ελληνική καφουρά < αραβική كافور (kāfūr) < περσική كافور (kāfūr)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμφοράκαμφορές
Γενικήκαμφοράςκαμφορών
Αιτιατικήκαμφοράκαμφορές
Κλητικήκαμφοράκαμφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →