Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανακάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αγόρι χαϊδεμένο ή και κακομαθημένο, που του κάνουν όλα τα χατίρια Βικιλεξικό
    • Μαρέ γιε μου κανακάρη, / ποια γυναίκα θα σε πάρει, / ποια κυρά και ποια μαντόνα / θα σου πλένει τη σεντόνα; (δημοτικό νανούρισμα)

Ετυμολογία

κανακάρης < κανάκ(ια) + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανακάρηςκανακάρηδες
Γενικήκανακάρηκανακάρηδων
Αιτιατικήκανακάρηκανακάρηδες
Κλητικήκανακάρηκανακάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →