κανακάρης
•
- αγόρι χαϊδεμένο ή και κακομαθημένο, που του κάνουν όλα τα χατίρια Βικιλεξικό
- Μαρέ γιε μου κανακάρη, / ποια γυναίκα θα σε πάρει, / ποια κυρά και ποια μαντόνα / θα σου πλένει τη σεντόνα; (δημοτικό νανούρισμα)
Ετυμολογία
κανακάρης < κανάκ(ια) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανακάρης | κανακάρηδες |
| Γενική | κανακάρη | κανακάρηδων |
| Αιτιατική | κανακάρη | κανακάρηδες |
| Κλητική | κανακάρη | κανακάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →