Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανάκια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοχάδια και (κατ’ επέκταση) φροντίδα και περιποίηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανάκια < μεσαιωνική ελληνική κανάκια, πληθυντικός αριθμός του κανάκι < αρχαία ελληνική καναχή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανάκιακανάκια
Γενική——
Αιτιατική—κανάκια
Κλητική—κανάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →