κανακεύω
•
- μεγαλώνω παιδιά παραχαϊδεύοντάς τα και κάνοντάς τους τα χατίρια Βικιλεξικό
- γενικότεραπεριποιούμαι, καλοπιάνω, κάνω τα χατίρια Βικιλεξικό
- Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
- επαινώ αναίτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανακεύω < μεσαιωνική ελληνική κανακεύω < κανάκι + -εύω < αρχαία ελληνική καναχή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κανακεύω | κανακεύεις | κανακεύει | κανακεύουμε | κανακεύετε | κανακεύουν / κανακεύουνε |
| Παρατατικός | κανάκευα | κανάκευες | κανάκευε | κανακεύαμε | κανακεύατε | κανάκευαν / κανακεύαν / κανακεύανε |
| Αόριστος | κανάκεψα | κανάκεψες | κανάκεψε | κανακέψαμε | κανακέψατε | κανάκεψαν / κανακέψαν / κανακέψανε |
| Μέλλοντας | θα κανακέψω / θα κανακεύω | θα κανακέψεις / θα κανακεύεις | θα κανακέψει / θα κανακεύει | θα κανακέψουμε / θα κανακεύουμε | θα κανακέψετε / θα κανακεύετε | θα κανακέψουν / θα κανακέψουνε / θα κανακεύουν / θα κανακεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κανακέψει | έχεις κανακέψει | έχει κανακέψει | έχουμε κανακέψει | έχετε κανακέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κανακέψει | είχες κανακέψει | είχε κανακέψει | είχαμε κανακέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κανακέψει / να κανακέψω / να κανακεύω | να έχεις κανακέψει / να κανακέψεις / να κανακεύεις | να έχει κανακέψει / να κανακέψει / να κανακεύει | να έχουμε κανακέψει / να κανακέψουμε / να κανακεύουμε | να έχετε κανακέψει / να κανακέψετε / να κανακεύετε | να κανακέψουν / να κανακέψουνε / να κανακεύουν / να κανακεύουνε |
| Προστακτική | — | κανάκευε / κανάκεψε | — | — | κανακέψτε / κανακεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →