Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανακεύω

ρήμα
•
  1. μεγαλώνω παιδιά παραχαϊδεύοντάς τα και κάνοντάς τους τα χατίρια Βικιλεξικό
  2. γενικότεραπεριποιούμαι, καλοπιάνω, κάνω τα χατίρια Βικιλεξικό
    • Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
  3. επαινώ αναίτια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανακεύω < μεσαιωνική ελληνική κανακεύω < κανάκι + -εύω < αρχαία ελληνική καναχή

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκανακεύωκανακεύειςκανακεύεικανακεύουμεκανακεύετεκανακεύουν / κανακεύουνε
Παρατατικόςκανάκευακανάκευεςκανάκευεκανακεύαμεκανακεύατεκανάκευαν / κανακεύαν / κανακεύανε
Αόριστοςκανάκεψακανάκεψεςκανάκεψεκανακέψαμεκανακέψατεκανάκεψαν / κανακέψαν / κανακέψανε
Μέλλονταςθα κανακέψω / θα κανακεύωθα κανακέψεις / θα κανακεύειςθα κανακέψει / θα κανακεύειθα κανακέψουμε / θα κανακεύουμεθα κανακέψετε / θα κανακεύετεθα κανακέψουν / θα κανακέψουνε / θα κανακεύουν / θα κανακεύουνε
Παρακείμενοςέχω κανακέψειέχεις κανακέψειέχει κανακέψειέχουμε κανακέψειέχετε κανακέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα κανακέψειείχες κανακέψειείχε κανακέψειείχαμε κανακέψει——
Υποτακτικήνα έχω κανακέψει / να κανακέψω / να κανακεύωνα έχεις κανακέψει / να κανακέψεις / να κανακεύειςνα έχει κανακέψει / να κανακέψει / να κανακεύεινα έχουμε κανακέψει / να κανακέψουμε / να κανακεύουμενα έχετε κανακέψει / να κανακέψετε / να κανακεύετενα κανακέψουν / να κανακέψουνε / να κανακεύουν / να κανακεύουνε
Προστακτική—κανάκευε / κανάκεψε——κανακέψτε / κανακεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →