καναπές
•
- έπιπλο με μία, δύο ή περισσότερες θέσεις στις οποίες καθόμαστε Βικιλεξικό
- Έναντι του καναπέ υπήρχε μία μεσάνδρα (μεγάλο ντουλάπι εντός του τοίχου), όπου εφυλάσσοντο καινουργή στρώματα, εφαπλώματα, μαξιλάρια, έτοιμα να στρωθούν εις την ιδίαν αίθουσαν, διά τον ύπνον παντός φιλοξενουμένου. (Χρύσανθος (Αρχιεπισκ. Αθηνών), Βιογραφικές αναμνήσεις, τόμος 1, 1970, σελ. 14)
- Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
Ετυμολογία
καναπές < (άμεσο δάνειο) γαλλική canapé < παλαιά γαλλική conopé (ντιβάνι με κουνουπιέρα) < μεσαιωνική λατινική canapeum / conopeum (κουνουπιέρα) < conopeum < ελληνιστική κοινή κωνώπιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική κώνωψ (κουνούπι) :ή (άμεσο δάνειο) γαλλική canapé < μεσαιωνική λατινική conopeum (κουνουπιέρα) < ελληνιστική κοινή κωνωπεῖον (κουνουπιέρα) (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καναπές | καναπέδες |
| Γενική | καναπέ | καναπέδων |
| Αιτιατική | καναπέ | καναπέδες |
| Κλητική | καναπέ | καναπέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →