Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανιβαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με κανιβαλισμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανιβαλικός < κανίβαλος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκανιβαλικόςκανιβαλικήκανιβαλικό
Γενικήκανιβαλικούκανιβαλικήςκανιβαλικού
Αιτιατικήκανιβαλικόκανιβαλικήκανιβαλικό
Κλητικήκανιβαλικέκανιβαλικήκανιβαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκανιβαλικοίκανιβαλικέςκανιβαλικά
Γενικήκανιβαλικώνκανιβαλικώνκανιβαλικών
Αιτιατικήκανιβαλικούςκανιβαλικέςκανιβαλικά
Κλητικήκανιβαλικοίκανιβαλικέςκανιβαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →