κανιβαλικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με κανιβαλισμός ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανιβαλικός < κανίβαλος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κανιβαλικός | κανιβαλική | κανιβαλικό |
| Γενική | κανιβαλικού | κανιβαλικής | κανιβαλικού |
| Αιτιατική | κανιβαλικό | κανιβαλική | κανιβαλικό |
| Κλητική | κανιβαλικέ | κανιβαλική | κανιβαλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κανιβαλικοί | κανιβαλικές | κανιβαλικά |
| Γενική | κανιβαλικών | κανιβαλικών | κανιβαλικών |
| Αιτιατική | κανιβαλικούς | κανιβαλικές | κανιβαλικά |
| Κλητική | κανιβαλικοί | κανιβαλικές | κανιβαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →