κανίβαλος
•
- αυτός που επιδίδεται σε κανιβαλισμό Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο ζώο που τρέφεται από ζώα του είδους του Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάπου ενισχύεται καταστρέφοντας ή απορροφώντας άτομα του είδους τους Βικιλεξικό
- Ο γαλαξίας μας ήταν τρομερός κανίβαλος. «Καταβρόχθισε» έντεκα γαλαξίες. in.grhttp://archive.fo/L6Z7c
- μεταφορικάο άνθρωπος που φέρεται με σκληρότητα και θηριώδη τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανίβαλος < ισπανική caníbal, που χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Κολόμβο για φυλή ανθρωποφάγων της Καραϊβικής < στη γλώσσα τους σήμαινε «γενναίος»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανίβαλος | κανίβαλοι |
| Γενική | κανίβαλου / κανιβάλου | κανίβαλων / κανιβάλων |
| Αιτιατική | κανίβαλο | κανίβαλους / κανιβάλους |
| Κλητική | κανίβαλε | κανίβαλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →