κανοναρχώ
•
- θρησκείαείμαι κανονάρχης και εκτελώ το σχετικό διακόνημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποβάλλω σε κάποιον απόψεις (δικές μου ή άλλες), τις οποίες αναπαράγει σαν να ήταν δικές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανοναρχώ < μεσαιωνική ελληνική κανοναρχῶ < ελληνιστική κοινή κανονάρχης < αρχαία ελληνική κανών + ἄρχω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →