Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανονάρχης

/ka.noˈnaɾ.çis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαβοηθός ιεροψάλτη που απαγγέλλει με μελωδικό τρόπο τους στίχους ενός τροπαρίου, πριν εκτελεστούν με τη μουσική τους εκτέλεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανονάρχης < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κανονάρχης (πρωτοψάλτης) < αρχαία ελληνική κανών + ἄρχω. Συγχρονικά αναλύεται σε κανόν(ας) + -άρχης. Δείτε και κανόναρχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανονάρχηςκανονάρχες
Γενικήκανονάρχηκανοναρχών
Αιτιατικήκανονάρχηκανονάρχες
Κλητικήκανονάρχηκανονάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →