Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανονισμός

/ka.no.niˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οι οδηγίες που υποχρεώνονται να λαμβάνουν υπόψη τους και να ακολουθούν τα άτομα ενός οργανωμένου συνόλου (σε σχολείο, στρατό, πολυκατοικία κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο έντυπο που περιέχει τις οδηγίες αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανονισμός < κανονίζω + -μός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική règlement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανονισμόςκανονισμοί
Γενικήκανονισμούκανονισμών
Αιτιατικήκανονισμόκανονισμούς
Κλητικήκανονισμέκανονισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →