κανονισμός
•
- οι οδηγίες που υποχρεώνονται να λαμβάνουν υπόψη τους και να ακολουθούν τα άτομα ενός οργανωμένου συνόλου (σε σχολείο, στρατό, πολυκατοικία κ.λπ.) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο έντυπο που περιέχει τις οδηγίες αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανονισμός < κανονίζω + -μός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική règlement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανονισμός | κανονισμοί |
| Γενική | κανονισμού | κανονισμών |
| Αιτιατική | κανονισμό | κανονισμούς |
| Κλητική | κανονισμέ | κανονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →