Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανόνισμα

/kaˈno.ni.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοη διαδικασία, η ενέργεια του κανονίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανόνισμα < κανονίζω, κανονισ- + -μα. Διαφορετικό το ελληνιστικό κανόνισμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανόνισμακανονίσματα
Γενικήκανονίσματοςκανονισμάτων
Αιτιατικήκανόνισμακανονίσματα
Κλητικήκανόνισμακανονίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →