Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρύθμιση

/ˈɾiθ.mi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήsetting: η δυνατότητα προσαρμογής λογισμικού (software) ή υλισμικού (hardware), ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό Βικιλεξικό
    • … θα δούμε πώς μπορούμε να κάνουμε το Git να λειτουργεί με πιο εξατομικευμένο τρόπο, εισάγοντας αρκετές σημαντικές ρυθμίσεις διαμόρφωσης …» (Pro Git 2nd ed. Edition)

Ετυμολογία

ρύθμιση < μεσαιωνική ελληνική ῥύθμισις < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρύθμισηρυθμίσεις
Γενικήρύθμισηςρυθμίσεων
Αιτιατικήρύθμισηρυθμίσεις
Κλητικήρύθμισηρυθμίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →