ρύθμιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω Βικιλεξικό
- πληροφορικήsetting: η δυνατότητα προσαρμογής λογισμικού (software) ή υλισμικού (hardware), ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό Βικιλεξικό
- … θα δούμε πώς μπορούμε να κάνουμε το Git να λειτουργεί με πιο εξατομικευμένο τρόπο, εισάγοντας αρκετές σημαντικές ρυθμίσεις διαμόρφωσης …» (Pro Git 2nd ed. Edition)
Ετυμολογία
ρύθμιση < μεσαιωνική ελληνική ῥύθμισις < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρύθμιση | ρυθμίσεις |
| Γενική | ρύθμισης | ρυθμίσεων |
| Αιτιατική | ρύθμιση | ρυθμίσεις |
| Κλητική | ρύθμιση | ρυθμίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →