καούρα
•
- ιατρικήη αίσθηση καψίματος μέσα μας, το οποίο είναι αποτέλεσμα της παλινδρόμησης οξέων από το στομάχι Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]
- κνησμός, φαγούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καούρα < καίω + -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καούρα | καούρες |
| Γενική | καούρας | — |
| Αιτιατική | καούρα | καούρες |
| Κλητική | καούρα | καούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →