καπίστρι
•
- εξάρτημα της ιπποσκευής από ιμάντες που φοριέται στο κεφάλι του αλόγου για να ελέγχει ο αναβάτης την πορεία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπίστρι < μεσαιωνική ελληνική καπίστρι(ν) < ελληνιστική κοινή καπίστριον < λατινική capistrum < capio + -trum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπίστρι | καπίστρια |
| Γενική | καπιστριού | καπιστριών |
| Αιτιατική | καπίστρι | καπίστρια |
| Κλητική | καπίστρι | καπίστρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →