καπιστρώνω
•
- κυριολεκτικάτοποθετώ καπίστρι σε άλογο ή άλλο υποζύγιο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριορίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπιστρώνω < καπίστρι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καπιστρώνω | καπιστρώνεις | καπιστρώνει | καπιστρώνουμε | καπιστρώνετε | καπιστρώνουν / καπιστρώνουνε |
| Παρατατικός | καπίστρωνα | καπίστρωνες | καπίστρωνε | καπιστρώναμε | καπιστρώνατε | καπίστρωναν / καπιστρώναν / καπιστρώνανε |
| Αόριστος | καπίστρωσα | καπίστρωσες | καπίστρωσε | καπιστρώσαμε | καπιστρώσατε | καπίστρωσαν / καπιστρώσαν / καπιστρώσανε |
| Μέλλοντας | θα καπιστρώνω / θα καπιστρώσω | θα καπιστρώνεις / θα καπιστρώσεις | θα καπιστρώνει / θα καπιστρώσει | θα καπιστρώνουμε / θα καπιστρώσουμε | θα καπιστρώνετε / θα καπιστρώσετε | θα καπιστρώνουν / θα καπιστρώνουνε / θα καπιστρώσουν / θα καπιστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καπιστρώσει | έχεις καπιστρώσει | έχει καπιστρώσει | έχουμε καπιστρώσει | έχετε καπιστρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καπιστρώσει | είχες καπιστρώσει | είχε καπιστρώσει | είχαμε καπιστρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καπιστρώσει / να καπιστρώνω / να καπιστρώσω | να έχεις καπιστρώσει / να καπιστρώνεις / να καπιστρώσεις | να έχει καπιστρώσει / να καπιστρώνει / να καπιστρώσει | να έχουμε καπιστρώσει / να καπιστρώνουμε / να καπιστρώσουμε | να έχετε καπιστρώσει / να καπιστρώνετε / να καπιστρώσετε | να καπιστρώνουν / να καπιστρώνουνε / να καπιστρώσουν / να καπιστρώσουνε |
| Προστακτική | — | καπίστρωνε / καπίστρωσε | — | — | καπιστρώνετε / καπιστρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →