καπαρώνω
•
- δίνω κάποιο χρηματικό ποσό σαν προκαταβολή και ταυτόχρονα σαν εγγύηση ότι θα προχωρήσω στην αγορά κάποιου αντικειμένου Βικιλεξικό
- αποκτώ ή εξασφαλίζω κάτι (συνήθως δύσκολο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπαρώνω < → λατινική: capere «παίρνω»
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καπαρώνω | καπαρώνεις | καπαρώνει | καπαρώνουμε | καπαρώνετε | καπαρώνουν / καπαρώνουνε |
| Παρατατικός | καπάρωνα | καπάρωνες | καπάρωνε | καπαρώναμε | καπαρώνατε | καπάρωναν / καπαρώναν / καπαρώνανε |
| Αόριστος | καπάρωσα | καπάρωσες | καπάρωσε | καπαρώσαμε | καπαρώσατε | καπάρωσαν / καπαρώσαν / καπαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα καπαρώνω / θα καπαρώσω | θα καπαρώνεις / θα καπαρώσεις | θα καπαρώνει / θα καπαρώσει | θα καπαρώνουμε / θα καπαρώσουμε | θα καπαρώνετε / θα καπαρώσετε | θα καπαρώνουν / θα καπαρώνουνε / θα καπαρώσουν / θα καπαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καπαρώσει | έχεις καπαρώσει | έχει καπαρώσει | έχουμε καπαρώσει | έχετε καπαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καπαρώσει | είχες καπαρώσει | είχε καπαρώσει | είχαμε καπαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καπαρώσει / να καπαρώνω / να καπαρώσω | να έχεις καπαρώσει / να καπαρώνεις / να καπαρώσεις | να έχει καπαρώσει / να καπαρώνει / να καπαρώσει | να έχουμε καπαρώσει / να καπαρώνουμε / να καπαρώσουμε | να έχετε καπαρώσει / να καπαρώνετε / να καπαρώσετε | να καπαρώνουν / να καπαρώνουνε / να καπαρώσουν / να καπαρώσουνε |
| Προστακτική | — | καπάρωνε / καπάρωσε | — | — | καπαρώνετε / καπαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →