καπελάνος
•
- θρησκείαιερέας που ιερουργεί όχι σε κάποια ενορία αλλά σε ανάκτορο, ίδρυμα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπελάνος < ιταλική cappellano < υστερολατινική cappellanus < cappella < cappa < capitulare < capitulum < caput < πρωτοϊταλική *kaput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kauput- / *káput (κεφάλι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπελάνος | καπελάνοι |
| Γενική | καπελάνου | καπελάνων |
| Αιτιατική | καπελάνο | καπελάνους |
| Κλητική | καπελάνε | καπελάνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →