Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπέλο

/kaˈpe.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαεξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι για λόγους αισθητικούς και πρακτικούς (π.χ. προστασία από τον ήλιο ή το κρύο) ή λειτουργικούς (οπότε είναι δηλωτικό του επαγγέλματος ή του αξιώματος) Βικιλεξικό
    • Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
    • ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
    • κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
    • παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
    • «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού (Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017)
  2. μεταφορικάη αύξηση της τιμής ενός εμπορεύματος πέρα από τα επιτρεπτά και νόμιμα όρια για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους Βικιλεξικό
    • πουλάω φρούτα με καπέλο
  3. μεταφορικάοτιδήποτε μοιάζει με καπέλο Βικιλεξικό
    • (ειδικότερα) φωτεινή επιγραφή στην οροφή του ταξί

Ετυμολογία

καπέλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική cappello < υστερολατινική cappellus, υποκοριστικό τής λατινικής cappa < capitulare < capitulum < caput < πρωτοϊταλική *kaput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kauput- / *káput (κεφάλι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπέλοκαπέλα
Γενικήκαπέλουκαπέλων
Αιτιατικήκαπέλοκαπέλα
Κλητικήκαπέλοκαπέλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →