Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπελαδούρα

/ka.pe.laˈðu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίαπλατύγυρο καπέλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπελαδούρα < (άμεσο δάνειο) βενετική capeladura < ιταλική cappello < υστερολατινική cappellus, υποκοριστικό τής λατινική cappa < caput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kauput-, *káput (“κεφάλι”)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπελαδούρακαπελαδούρες
Γενικήκαπελαδούρας—
Αιτιατικήκαπελαδούρακαπελαδούρες
Κλητικήκαπελαδούρακαπελαδούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →