Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπελιέρα

/ka.peˈʎe.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίαθήκη για τη φύλαξη ή μεταφορά καπέλων Βικιλεξικό
    • Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)

Ετυμολογία

καπελιέρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cappelliera < cappelli (καπέλα) + -era (-ιέρα) < υστερολατινική cappellus, υποκοριστικό τής λατινικής cappa < caput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kauput- / *káput (κεφάλι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπελιέρακαπελιέρες
Γενικήκαπελιέρας—
Αιτιατικήκαπελιέρακαπελιέρες
Κλητικήκαπελιέρακαπελιέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →