καπελού
•
- παρωχημένοθηλυκό του καπελάς: γυναίκα που πουλάει ή επιδιορθώνει καπέλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπελού < καπελ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπελού | καπελούδες |
| Γενική | καπελούς | καπελούδων |
| Αιτιατική | καπελού | καπελούδες |
| Κλητική | καπελού | καπελούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →