Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπελώνω

/ka.peˈlo.no/ρήμα
•
  1. φορώ σε κάποιον καπέλο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεπιβάλλομαι με την άποψή μου σε κάποιον ή εκμεταλλεύομαι ό,τι κάνει προς όφελός μου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάυποτιμώ/σιγάζω κάποιον ή θέση του προωθώντας υπέρμετρα τις θέσεις/επιδιώξεις μου Βικιλεξικό
  4. κερδοσκοπώ αυξάνοντας πέρα από τα επιτρεπτά όρια τις τιμές των προϊόντων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπελώνω < καπέλο + -ωνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαπελώνωκαπελώνειςκαπελώνεικαπελώνουμεκαπελώνετεκαπελώνουν / καπελώνουνε
Παρατατικόςκαπέλωνακαπέλωνεςκαπέλωνεκαπελώναμεκαπελώνατεκαπέλωναν / καπελώναν / καπελώνανε
Αόριστοςκαπέλωσακαπέλωσεςκαπέλωσεκαπελώσαμεκαπελώσατεκαπέλωσαν / καπελώσαν / καπελώσανε
Μέλλονταςθα καπελώνω / θα καπελώσωθα καπελώνεις / θα καπελώσειςθα καπελώνει / θα καπελώσειθα καπελώνουμε / θα καπελώσουμεθα καπελώνετε / θα καπελώσετεθα καπελώνουν / θα καπελώνουνε / θα καπελώσουν / θα καπελώσουνε
Παρακείμενοςέχω καπελώσειέχεις καπελώσειέχει καπελώσειέχουμε καπελώσειέχετε καπελώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καπελώσειείχες καπελώσειείχε καπελώσειείχαμε καπελώσει——
Υποτακτικήνα έχω καπελώσει / να καπελώνω / να καπελώσωνα έχεις καπελώσει / να καπελώνεις / να καπελώσειςνα έχει καπελώσει / να καπελώνει / να καπελώσεινα έχουμε καπελώσει / να καπελώνουμε / να καπελώσουμενα έχετε καπελώσει / να καπελώνετε / να καπελώσετενα καπελώνουν / να καπελώνουνε / να καπελώσουν / να καπελώσουνε
Προστακτική—καπέλωνε / καπέλωσε——καπελώνετε / καπελώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →