καπελώνω
•
- φορώ σε κάποιον καπέλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιβάλλομαι με την άποψή μου σε κάποιον ή εκμεταλλεύομαι ό,τι κάνει προς όφελός μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποτιμώ/σιγάζω κάποιον ή θέση του προωθώντας υπέρμετρα τις θέσεις/επιδιώξεις μου Βικιλεξικό
- κερδοσκοπώ αυξάνοντας πέρα από τα επιτρεπτά όρια τις τιμές των προϊόντων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπελώνω < καπέλο + -ωνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καπελώνω | καπελώνεις | καπελώνει | καπελώνουμε | καπελώνετε | καπελώνουν / καπελώνουνε |
| Παρατατικός | καπέλωνα | καπέλωνες | καπέλωνε | καπελώναμε | καπελώνατε | καπέλωναν / καπελώναν / καπελώνανε |
| Αόριστος | καπέλωσα | καπέλωσες | καπέλωσε | καπελώσαμε | καπελώσατε | καπέλωσαν / καπελώσαν / καπελώσανε |
| Μέλλοντας | θα καπελώνω / θα καπελώσω | θα καπελώνεις / θα καπελώσεις | θα καπελώνει / θα καπελώσει | θα καπελώνουμε / θα καπελώσουμε | θα καπελώνετε / θα καπελώσετε | θα καπελώνουν / θα καπελώνουνε / θα καπελώσουν / θα καπελώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καπελώσει | έχεις καπελώσει | έχει καπελώσει | έχουμε καπελώσει | έχετε καπελώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καπελώσει | είχες καπελώσει | είχε καπελώσει | είχαμε καπελώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καπελώσει / να καπελώνω / να καπελώσω | να έχεις καπελώσει / να καπελώνεις / να καπελώσεις | να έχει καπελώσει / να καπελώνει / να καπελώσει | να έχουμε καπελώσει / να καπελώνουμε / να καπελώσουμε | να έχετε καπελώσει / να καπελώνετε / να καπελώσετε | να καπελώνουν / να καπελώνουνε / να καπελώσουν / να καπελώσουνε |
| Προστακτική | — | καπέλωνε / καπέλωσε | — | — | καπελώνετε / καπελώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →