Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπιταλιστικός

/ka.pi.ta.li.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καπιταλισμό ή τον καπιταλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπιταλιστικός < καπιταλιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπιταλιστικόςκαπιταλιστικήκαπιταλιστικό
Γενικήκαπιταλιστικούκαπιταλιστικήςκαπιταλιστικού
Αιτιατικήκαπιταλιστικόκαπιταλιστικήκαπιταλιστικό
Κλητικήκαπιταλιστικέκαπιταλιστικήκαπιταλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπιταλιστικοίκαπιταλιστικέςκαπιταλιστικά
Γενικήκαπιταλιστικώνκαπιταλιστικώνκαπιταλιστικών
Αιτιατικήκαπιταλιστικούςκαπιταλιστικέςκαπιταλιστικά
Κλητικήκαπιταλιστικοίκαπιταλιστικέςκαπιταλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →