Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κεφαλαιοκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κεφαλαιοκρατία ή τους κεφαλοκράτες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κεφαλαιοκρατικός < κεφαλαιοκράτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεφαλαιοκρατικόςκεφαλαιοκρατικήκεφαλαιοκρατικό
Γενικήκεφαλαιοκρατικούκεφαλαιοκρατικήςκεφαλαιοκρατικού
Αιτιατικήκεφαλαιοκρατικόκεφαλαιοκρατικήκεφαλαιοκρατικό
Κλητικήκεφαλαιοκρατικέκεφαλαιοκρατικήκεφαλαιοκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκεφαλαιοκρατικοίκεφαλαιοκρατικέςκεφαλαιοκρατικά
Γενικήκεφαλαιοκρατικώνκεφαλαιοκρατικώνκεφαλαιοκρατικών
Αιτιατικήκεφαλαιοκρατικούςκεφαλαιοκρατικέςκεφαλαιοκρατικά
Κλητικήκεφαλαιοκρατικοίκεφαλαιοκρατικέςκεφαλαιοκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →