καπνεμπορείο
•
- το κατάστημα στο οποίο γίνεται το εμπόριο καπνού, καπνών ή καπνικών προϊόντων Βικιλεξικό
- Σε ηλικία 16 ετών ήρθε στην Αθήνα και δούλεψε στο καπνεμπορείο του Ανδρέα Γαζή στην οδό Ερμού. Εκεί έμαθε την τέχνη και όλα τα απαραίτητα για την ανάμιξη του καπνού. (*)
Ετυμολογία
καπνεμπορείο < καπνέμπορος + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνεμπορείο | καπνεμπορεία |
| Γενική | καπνεμπορείου | καπνεμπορείων |
| Αιτιατική | καπνεμπορείο | καπνεμπορεία |
| Κλητική | καπνεμπορείο | καπνεμπορεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →