έμπορος
•
- επάγγελμαπου αγοράζει προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλάει σε μικρότερες χωρίς να τα μεταποιεί Βικιλεξικό
- Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)
- παρωχημένοπου πουλάει υφάσματα και λευκά είδη Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου εκμεταλλεύεται κάποιο κοινωνικό αγαθό για να κερδίσει χρήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έμπορος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔμπορος < ἐν πόρῳ < πόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έμπορος | έμποροι |
| Γενική | έμπορου / εμπόρου | έμπορων / εμπόρων |
| Αιτιατική | έμπορο | έμπορους / εμπόρους |
| Κλητική | έμπορε | έμποροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →