καπνεμπορικός
•
- που έχει σχέση με τον καπνέμπορο ή το καπνεμπόριο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπνεμπορικός < καπνέμπορος / καπνεμπόριο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνεμπορικός | καπνεμπορική | καπνεμπορικό |
| Γενική | καπνεμπορικού | καπνεμπορικής | καπνεμπορικού |
| Αιτιατική | καπνεμπορικό | καπνεμπορική | καπνεμπορικό |
| Κλητική | καπνεμπορικέ | καπνεμπορική | καπνεμπορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνεμπορικοί | καπνεμπορικές | καπνεμπορικά |
| Γενική | καπνεμπορικών | καπνεμπορικών | καπνεμπορικών |
| Αιτιατική | καπνεμπορικούς | καπνεμπορικές | καπνεμπορικά |
| Κλητική | καπνεμπορικοί | καπνεμπορικές | καπνεμπορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →