Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπνεμπορικός

/ka.pnem.bo.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καπνέμπορο ή το καπνεμπόριο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπνεμπορικός < καπνέμπορος / καπνεμπόριο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπνεμπορικόςκαπνεμπορικήκαπνεμπορικό
Γενικήκαπνεμπορικούκαπνεμπορικήςκαπνεμπορικού
Αιτιατικήκαπνεμπορικόκαπνεμπορικήκαπνεμπορικό
Κλητικήκαπνεμπορικέκαπνεμπορικήκαπνεμπορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπνεμπορικοίκαπνεμπορικέςκαπνεμπορικά
Γενικήκαπνεμπορικώνκαπνεμπορικώνκαπνεμπορικών
Αιτιατικήκαπνεμπορικούςκαπνεμπορικέςκαπνεμπορικά
Κλητικήκαπνεμπορικοίκαπνεμπορικέςκαπνεμπορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →