Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπνεργατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καπνεργάτη ή την κατεργασία καπνού ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκαπνεργατικά: αμοιβή καπνεργάτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπνεργατικός < καπνεργάτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπνεργατικόςκαπνεργατικήκαπνεργατικό
Γενικήκαπνεργατικούκαπνεργατικήςκαπνεργατικού
Αιτιατικήκαπνεργατικόκαπνεργατικήκαπνεργατικό
Κλητικήκαπνεργατικέκαπνεργατικήκαπνεργατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπνεργατικοίκαπνεργατικέςκαπνεργατικά
Γενικήκαπνεργατικώνκαπνεργατικώνκαπνεργατικών
Αιτιατικήκαπνεργατικούςκαπνεργατικέςκαπνεργατικά
Κλητικήκαπνεργατικοίκαπνεργατικέςκαπνεργατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →