καπνοδοχοκαθαριστής
•
- επάγγελμαεπαγγελματίας που καθαρίζει καπνοδόχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπνοδοχοκαθαριστής < καπνοδόχ(ος) + -ο- + καθαριστής, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική chimney sweep
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνοδοχοκαθαριστής | καπνοδοχοκαθαριστές |
| Γενική | καπνοδοχοκαθαριστή | καπνοδοχοκαθαριστών |
| Αιτιατική | καπνοδοχοκαθαριστή | καπνοδοχοκαθαριστές |
| Κλητική | καπνοδοχοκαθαριστή | καπνοδοχοκαθαριστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →