καπούλι
•
- οικείοτα νώτα υποζυγίου Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλα οπίσθια γυναίκας (ενίοτε και άνδρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπούλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπούλι(ο)ν < καπούλα / κάπουλα < υστερολατινική scapula < λατινική scapulae < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kap- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπούλι | καπούλια |
| Γενική | καπουλιού | καπουλιών |
| Αιτιατική | καπούλι | καπούλια |
| Κλητική | καπούλι | καπούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →