Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπούλι

/kaˈpu.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοτα νώτα υποζυγίου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμεγάλα οπίσθια γυναίκας (ενίοτε και άνδρα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπούλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπούλι(ο)ν < καπούλα / κάπουλα < υστερολατινική scapula < λατινική scapulae < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)kap- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπούλικαπούλια
Γενικήκαπουλιούκαπουλιών
Αιτιατικήκαπούλικαπούλια
Κλητικήκαπούλικαπούλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →