καράβλαχος
•
- μειωτικόάνθρωπος άξεστος ή/και αγροίκος, ο οποίος προέρχεται από περιοχή κτηνοτρόφων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καράβλαχος < καρά- + βλάχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καράβλαχος | καράβλαχοι |
| Γενική | καράβλαχου | καράβλαχων |
| Αιτιατική | καράβλαχο | καράβλαχους |
| Κλητική | καράβλαχε | καράβλαχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →