μπουρτζόβλαχος
•
- σκωπτικόμετωνυμία των βλάχων / βλαχοποιμένων Βικιλεξικό
- μεταφορικάαγροίκος, άξεστος Βικιλεξικό
- μα τι μπουρτζόβλαχος είναι αυτός!
Ετυμολογία
μπουρτζόβλαχος < μπούρτζ(ι) < τουρκική burç ή σλαβικής προέλευσης бр̏до (bȑdo, λόφος)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (< πρωτοσλαβική *bьrdo) + -ό- + βλάχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουρτζόβλαχος | μπουρτζόβλαχοι |
| Γενική | μπουρτζόβλαχου | μπουρτζόβλαχων |
| Αιτιατική | μπουρτζόβλαχο | μπουρτζόβλαχους |
| Κλητική | μπουρτζόβλαχε | μπουρτζόβλαχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →