καρατομημένος
•
- αποκεφαλισμένος Βικιλεξικό
- λόγιοπου έχει αποπεμφθεί ή απομακρυνθεί από το αξίωμά του ή τη θέση εργασίας του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρατομημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καρατομώ
Άλλοι τύποι
καρατομημένακαρατομημένεκαρατομημένεςκαρατομημένηκαρατομημένηςκαρατομημένοκαρατομημένοικαρατομημένοςκαρατομημένουκαρατομημένουςκαρατομημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →