καρβουνιάζω
•
- κάνω κάτι κάρβουνο καίγοντάς το ή σαν κάρβουνο Βικιλεξικό
- καίω κάτι ψήνοντάς το Βικιλεξικό
- με κάρβουνο κάνω μουντζούρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρβουνιάζω < κάρβουνο + -ιάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →