καρβουνιάρης
•
- επάγγελμαο πωλητής κάρβουνου ή άνθρακα, Βικιλεξικό
- επάγγελμαο κατασκευαστής ξυλανθράκων Βικιλεξικό
- επάγγελμαθερμαστής, βοηθός θερμαστή ατμοπλοίων Βικιλεξικό
- επάγγελμαβοηθός οδηγού ατμομηχανής Βικιλεξικό
- επάγγελμαπολύ αργό τρένο Βικιλεξικό
- πτηνόμικρόσωμο πουλί (Phoenicurus ochruros) της οικογένειας των Τσιχλών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρβουνιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρβουνιάρης < κάρβουνο(ν) < κάρβων < λατινική carbo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ker- (καίω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρβουνιάρης | καρβουνιάρηδες |
| Γενική | καρβουνιάρη | καρβουνιάρηδων |
| Αιτιατική | καρβουνιάρη | καρβουνιάρηδες |
| Κλητική | καρβουνιάρη | καρβουνιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →