καρβουνιάρικος
•
- που έχει σχέση με τον καρβουνιάρη ή τα κάρβουνα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκαρβουνιάρικο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρβουνιάρικος < καρβουνιάρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρβουνιάρικος | καρβουνιάρικη | καρβουνιάρικο |
| Γενική | καρβουνιάρικου | καρβουνιάρικης | καρβουνιάρικου |
| Αιτιατική | καρβουνιάρικο | καρβουνιάρικη | καρβουνιάρικο |
| Κλητική | καρβουνιάρικε | καρβουνιάρικη | καρβουνιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρβουνιάρικοι | καρβουνιάρικες | καρβουνιάρικα |
| Γενική | καρβουνιάρικων | καρβουνιάρικων | καρβουνιάρικων |
| Αιτιατική | καρβουνιάρικους | καρβουνιάρικες | καρβουνιάρικα |
| Κλητική | καρβουνιάρικοι | καρβουνιάρικες | καρβουνιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →