Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρβουνιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καρβουνιάρη ή τα κάρβουνα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκαρβουνιάρικο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρβουνιάρικος < καρβουνιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρβουνιάρικοςκαρβουνιάρικηκαρβουνιάρικο
Γενικήκαρβουνιάρικουκαρβουνιάρικηςκαρβουνιάρικου
Αιτιατικήκαρβουνιάρικοκαρβουνιάρικηκαρβουνιάρικο
Κλητικήκαρβουνιάρικεκαρβουνιάρικηκαρβουνιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρβουνιάρικοικαρβουνιάρικεςκαρβουνιάρικα
Γενικήκαρβουνιάρικωνκαρβουνιάρικωνκαρβουνιάρικων
Αιτιατικήκαρβουνιάρικουςκαρβουνιάρικεςκαρβουνιάρικα
Κλητικήκαρβουνιάρικοικαρβουνιάρικεςκαρβουνιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →