Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρβύνιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςυλικό που αποτελείται από αλυσίδες άνθρακα που συνδέονται εναλλάξ με διπλούς και τριπλούς δεσμούς Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με τη νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο ACS Nano, μια επιθεώρηση της Αμερικανικής Χημικής Εταιρείας, η αντοχή του καρβυνίου στον εφελκυσμό, δηλαδή η αντοχή του στο τέντωμα, είναι διπλάσια του γραφενίου και ξεπερνά «κάθε άλλο γνωστό υλικό». (*)

Ετυμολογία

καρβύνιο < αγγλική carbyne < carbon < γαλλικά carbone < λατινικά carbo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ker (καίω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρβύνιοκαρβύνια
Γενικήκαρβυνίου / καρβύνιουκαρβυνίων
Αιτιατικήκαρβύνιοκαρβύνια
Κλητικήκαρβύνιοκαρβύνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →