καρδιογραφικός
•
- που έχει σχέση με τον καρδιογράφο ή την καρδιογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρδιογραφικός < καρδιογράφος / καρδιογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρδιογραφικός | καρδιογραφική | καρδιογραφικό |
| Γενική | καρδιογραφικού | καρδιογραφικής | καρδιογραφικού |
| Αιτιατική | καρδιογραφικό | καρδιογραφική | καρδιογραφικό |
| Κλητική | καρδιογραφικέ | καρδιογραφική | καρδιογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρδιογραφικοί | καρδιογραφικές | καρδιογραφικά |
| Γενική | καρδιογραφικών | καρδιογραφικών | καρδιογραφικών |
| Αιτιατική | καρδιογραφικούς | καρδιογραφικές | καρδιογραφικά |
| Κλητική | καρδιογραφικοί | καρδιογραφικές | καρδιογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →