Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρδιογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καρδιογράφο ή την καρδιογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρδιογραφικός < καρδιογράφος / καρδιογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρδιογραφικόςκαρδιογραφικήκαρδιογραφικό
Γενικήκαρδιογραφικούκαρδιογραφικήςκαρδιογραφικού
Αιτιατικήκαρδιογραφικόκαρδιογραφικήκαρδιογραφικό
Κλητικήκαρδιογραφικέκαρδιογραφικήκαρδιογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρδιογραφικοίκαρδιογραφικέςκαρδιογραφικά
Γενικήκαρδιογραφικώνκαρδιογραφικώνκαρδιογραφικών
Αιτιατικήκαρδιογραφικούςκαρδιογραφικέςκαρδιογραφικά
Κλητικήκαρδιογραφικοίκαρδιογραφικέςκαρδιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →