καρεκλοκένταυρος
•
- ειρωνικόαυτός που κατέχει κάποιο (ανώτερο) αξίωμα, αλλά τον ενδιαφέρει μόνο αυτό κι όχι να προσφέρει υπηρεσία. Γι’ αυτό και δύσκολα αποχωρίζεται το αξίωμα ή απομακρύνεται απ’ αυτό. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρεκλοκένταυρος < καρέκλα + -ο- + κένταυρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρεκλοκένταυρος | καρεκλοκένταυροι |
| Γενική | καρεκλοκένταυρου | καρεκλοκένταυρων |
| Αιτιατική | καρεκλοκένταυρο | καρεκλοκένταυρους |
| Κλητική | καρεκλοκένταυρε | καρεκλοκένταυροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →