Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρεκλοκένταυρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ειρωνικόαυτός που κατέχει κάποιο (ανώτερο) αξίωμα, αλλά τον ενδιαφέρει μόνο αυτό κι όχι να προσφέρει υπηρεσία. Γι’ αυτό και δύσκολα αποχωρίζεται το αξίωμα ή απομακρύνεται απ’ αυτό. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρεκλοκένταυρος < καρέκλα + -ο- + κένταυρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρεκλοκένταυροςκαρεκλοκένταυροι
Γενικήκαρεκλοκένταυρουκαρεκλοκένταυρων
Αιτιατικήκαρεκλοκένταυροκαρεκλοκένταυρους
Κλητικήκαρεκλοκένταυρεκαρεκλοκένταυροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →