καρέκλα
•
- έπιπλο κάθισμα για ένα άτομο με τέσσερα πόδια και πλάτη Βικιλεξικό
- αναπηρική καρέκλα: για τη μεταφορά ασθενών ή αναπήρων, με 2 μεγάλους τροχούς που μπορεί να περιστρέψει με τα χέρια του και ο ίδιος ο μετακινούμενος
- μεταφορικάαξίωμα, εξουσία Βικιλεξικό
- κάνει τα πάντα για την καρέκλα
- παρωχημένοτραγούδι της ντίσκο Βικιλεξικό
- ο Γιάννης ακούει μόνο καρέκλες
Ετυμολογία
καρέκλα < (άμεσο δάνειο) βενετική charegla < cadegla < *cadegra < λατινική cathedra < αρχαία ελληνική καθέδρα (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρέκλα | καρέκλες |
| Γενική | καρέκλας | καρεκλών |
| Αιτιατική | καρέκλα | καρέκλες |
| Κλητική | καρέκλα | καρέκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →