καρμίρης
•
- ο μίζερος, ο τσιγκούνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρμίρης < κάρμοιρος (Το Λεξικό Μπαμπινιώτη υποθέτει < (ελληνιστική κοινή) (που έχει την μοίρα του Καρός, και γι' αυτό ορθογραφεί με -οι-. Έχει προταθεί επίσης < αρμενικά կարմիր < παλαιά αρμενικά կարմիր < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷr̥mis: ζεστός, κόκκινος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρμίρης | καρμίρηδες |
| Γενική | καρμίρη | καρμίρηδων |
| Αιτιατική | καρμίρη | καρμίρηδες |
| Κλητική | καρμίρη | καρμίρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →