Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρμίρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο μίζερος, ο τσιγκούνης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρμίρης < κάρμοιρος (Το Λεξικό Μπαμπινιώτη υποθέτει < (ελληνιστική κοινή) (που έχει την μοίρα του Καρός, και γι' αυτό ορθογραφεί με -οι-. Έχει προταθεί επίσης < αρμενικά կարմիր < παλαιά αρμενικά կարմիր < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷr̥mis: ζεστός, κόκκινος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρμίρηςκαρμίρηδες
Γενικήκαρμίρηκαρμίρηδων
Αιτιατικήκαρμίρηκαρμίρηδες
Κλητικήκαρμίρηκαρμίρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →