Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρμίρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου έχει σχέση με καρμίρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρμίρικος < καρμίρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρμίρικοςκαρμίρικηκαρμίρικο
Γενικήκαρμίρικουκαρμίρικηςκαρμίρικου
Αιτιατικήκαρμίρικοκαρμίρικηκαρμίρικο
Κλητικήκαρμίρικεκαρμίρικηκαρμίρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαρμίρικοικαρμίρικεςκαρμίρικα
Γενικήκαρμίρικωνκαρμίρικωνκαρμίρικων
Αιτιατικήκαρμίρικουςκαρμίρικεςκαρμίρικα
Κλητικήκαρμίρικοικαρμίρικεςκαρμίρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →