καρμίρικος
•
- λαϊκότροποπου έχει σχέση με καρμίρη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρμίρικος < καρμίρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρμίρικος | καρμίρικη | καρμίρικο |
| Γενική | καρμίρικου | καρμίρικης | καρμίρικου |
| Αιτιατική | καρμίρικο | καρμίρικη | καρμίρικο |
| Κλητική | καρμίρικε | καρμίρικη | καρμίρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καρμίρικοι | καρμίρικες | καρμίρικα |
| Γενική | καρμίρικων | καρμίρικων | καρμίρικων |
| Αιτιατική | καρμίρικους | καρμίρικες | καρμίρικα |
| Κλητική | καρμίρικοι | καρμίρικες | καρμίρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →