Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καρνάβαλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανθρώπινο ομοίωμα που περιφέρεται πάνω σε άρμα την αποκριά Βικιλεξικό
    • Η βροχή που έπεφτε από το μεσημέρι στην Πάτρα δεν στάθηκε ικανή να εμποδίσει την μεγάλη παρέλαση του βασιλιά καρνάβαλου. Με την μπάντα του δήμου επικεφαλής, τα σατιρικά άρματα που δημιούργησε το καρναβαλικό εργαστήριο του δήμου βγήκαν στο δρόμο στις 2 μετά το μεσημέρι. Το πρώτο άρμα είχε ως θέμα τις πρόσφατες εκλογές, ενώ το δεύτερο έβαλε στο σατιρικό του στόχαστρο το σύστημα υγείας. Πίσω τους ακολουθούσαν 35.000 καρναβαλιστές, μέλη των 141 πληρωμάτων του κρυμμένου θησαυρού, οι οποίοι απέσπασαν το χειροκρότημα των θεατών για τις ευφάνταστες στολές και τις περίτεχνες κατασκευές τους. (*)
  2. συνεκδοχικάη καρναβαλική παρέλαση και οι σχετικές εκδηλώσεις Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάτομο με κωμική ή γελοία εμφάνιση ή αμφίεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καρνάβαλος < καρναβάλ(ι) + -ος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαρνάβαλοςκαρνάβαλοι
Γενικήκαρνάβαλουκαρνάβαλων
Αιτιατικήκαρνάβαλοκαρνάβαλους
Κλητικήκαρνάβαλεκαρνάβαλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →